- προδρομεύειν
- προδρομεύωto be a mounted skirmisher: pres inf act (attic epic )
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
προδρομεύειν — προδρομεύω to be a mounted skirmisher pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
προδρομεύω — Α [πρόδρομος] είμαι έφιππος ανιχνευτής, ανήκω στην έφιππη εμπροσθοφυλακή, προπορεύομαι ως μέλος έφιππης εμπροσθοφυλακής («δοκιμάζει δὲ καὶ τοὺς προδρόμους, ὅσοι ἂν αὐτῇ δοκῶσιν ἐπιτήδειοι προδρομεύειν εἶναι», Αριστοτ.) … Dictionary of Greek